Accentuation of adjectives in -κος and -ακος, with examples of place/ethnic names and related suffixes (-εκος, -οκος)
Τὰ εἰς 'κος' ὑπερδισύλλαβα παραληγόμενα τῷ 'α' προσηγορικὰ ἢ ἐπιθετικὰ ὀξύνεται, λιθιακός, μαλθακός, ψιττακός, ἀστακός, ἀνακός, φυλακός ὁ φύλαξ, Φύλακος δὲ τὸ κύριον, φαρμακός ὁ ἐπὶ καθαρμῷ τῆς πόλεως τελευτῶν, φάρμακος δὲ ὁ γόης. σεσημείωται τὸ θύλακος, ὕσσακος, αἴσακος προπαροξυνόμενα καὶ τὸ μαίμακος ἐπίθετον ἀπὸ γενικῆς. Τὰ διὰ τοῦ 'ακος' κτητικὰ ὀξύνεται, Δηλιακός, Φρυγιακός, Ἰλιακός, Αἰνιακός, Ἀκτιακός, Ἀλαβανδιακός, ἐξ οὗ καὶ Ἀλαβανδιακὸς σολοικισμός, ὡς Φιλόξενος τὴν Ὀδύσσειαν ἐξηγούμενος, ὅταν ἡ μή ἀπαγόρευσις ἀντὶ τῆς οὐ κεῖται, ὡς τὸ «μὴ δι´ ἐμὴν ἰότητα Ποσειδάων ἐνοσίχθων» (Il. Ο 41). Βαργυλιακός, Βυζαντιακός, Διακός, Ἐλευσινιακός, Θεσπρωτιακός, Θουριακός, Κυνοσουριακός, Ἰκιακός, Κοσσυριακός, Κυπριακός, Μαλιακός, Μαραθωνιακός, Μερουσιακός, Μηλιακός, Νισυριακός, Ὀλβιακός, Παλληνιακός, Παμφυλιακός, Βοιωτιακός, Παρνασσιακός, Πελασγιακός, Πελοποννησιακός, Πελοποννησιακὸν δὲ πόλεμον φυλάττονται λέγειν. Πηλουσιακός, Ποτνιακός, Ῥοδιακός, Σαμιακός, Στειριακός, Σιγειακός, Χιακός. Τὰ εἰς 'εκος' ἕν ἐστιν, Ἀλώπεκος ἀπὸ γενικῆς. Τὰ εἰς 'οκος' ὑπὲρ δύο συλλαβὰς προπαροξύνεται σπάνια ὄντα Καππάδοκος ὁ κτίστης, ὡς Ἀλέξανδρος, καὶ τὸ ἔθνος. λέγεται γὰρ τὸ ὄνομα τριχῶς, ὁ Καππάδοκος, ὁ Καππάδοξ, ὁ Καππαδόκης. Σπόρδοκος Θρᾴκιον ὄνομα. Ἀμάδοκος Σκυθικὸν ἔθνος. Ἑλλάνικος ἐν Σκυθικοῖς. Δόλογκος ἔθνος Θρᾴκης ἀπὸ Δολόγκου τοῦ ἀδελφοῦ Βιθυνοῦ. Δημόδοκος ὄνομα κύριον. Λαόδοκος. τὸ δὲ ξενοδόκος καὶ ἰοδόκος βαρύνεται· καὶ τὸ αἰγοβοσκός ὀξύνεται.
The appellatives or adjectives in -κος, of more than two syllables, with α in the penult, are accented with an acute: λιθιακός, μαλθακός, ψιττακός, ἀστακός, ἀνακός, φυλακός ‘the guard’; but Φύλακος is the proper name; φαρμακός, ‘the man who dies as a purification of the city’, but φάρμακος ‘the sorcerer’. Noted as exceptions are θύλακος, ὕσσακος, αἴσακος, accented with a proparoxytone, and also the adjective μαίμακος, derived from a genitive. The possessives in -ακος are accented with an acute: Δηλιακός, Φρυγιακός, Ἰλιακός, Αἰνιακός, Ἀκτιακός, Ἀλαβανδιακός, whence also Ἀλαβανδιακὸς σολοικισμός, as Philoxenus, in explaining the Odyssey, says, whenever μή, a non-prohibitive, stands in place of οὐ, as in “μὴ δι᾽ ἐμὴν ἰότητα Ποσειδάων ἐνοσίχθων” (Il. Ο 41). Βαργυλιακός, Βυζαντιακός, Διακός, Ἐλευσινιακός, Θεσπρωτιακός, Θουριακός, Κυνοσουριακός, Ἰκιακός, Κοσσυριακός, Κυπριακός, Μαλιακός, Μαραθωνιακός, Μερουσιακός, Μηλιακός, Νισυριακός, Ὀλβιακός, Παλληνιακός, Παμφυλιακός, Βοιωτιακός, Παρνασσιακός, Πελασγιακός, Πελοποννησιακός; but they take care to say Πελοποννησιακὸν πόλεμον. Πηλουσιακός, Ποτνιακός, Ῥοδιακός, Σαμιακός, Στειριακός, Σιγειακός, Χιακός. The word in -εκος is one: Ἀλώπεκος, from a genitive. The words in -οκος, of more than two syllables, being rare, are accented with a proparoxytone: Καππάδοκος, the founder, as Alexander, and the nation. For the name is said in three ways: ὁ Καππάδοκος, ὁ Καππάδοξ, ὁ Καππαδόκης. Σπόρδοκος, a Thracian name. Ἀμάδοκος, a Scythian nation. Ἑλλάνικος in the Scythica. Δόλογκος, a nation of Thrace, from Δόλογκος, the brother of Βιθυνός. Δημόδοκος, a proper name. Λαόδοκος. But ξενοδόκος and ἰοδόκος are accented with a grave; and αἰγοβοσκός is accented with an acute.