Greek accentuation patterns for polysyllabic compounds in -ειλος, -ολος, -υλος with examples (personal names, place names, ethnics), noting paroxytone or proparoxytone behavior and specific examples.
* Τὰ διὰ τοῦ 'ειλος' πολυσύλλαβα σύνθετα ἀπὸ ὀνόματος προπαροξύνεται, τρίχειλος, ἀγκυλόχειλος, κροκόδειλος, εὔειλος. Τὰ εἰς 'ολος' ὑπὲρ δύο συλλαβὰς ἁπλᾶ κύρια ἢ προσηγορικὰ προπαροξύνεται, Αἴολος τὸ ἐθνικὸν ὁμοφώνως τῷ οἰκιστῇ ὡς Θετταλός, Ἰταλός, ἄσβολος, εὔκολος, διάβολος. Ὅμολος ὄρος Θετταλίας, ὃ καὶ Ὁμόλη. Νάκολος, Ποτίολοι πόλις Τυρρηνίας, ἥτις καὶ Δικαιάρχεια. αὐτόμολος καὶ Αὐτόμολος ἔθνος Αἰθιοπικόν ὡς Ἡρόδοτος δευτέρᾳ (c. 30) «τοῖσι δὲ Αὐτομόλοισι τούτοισιν ὄνομα Ἀσμάχην, ὅ ἐστιν οἱ ἐξ ἀριστερῆς χειρὸς παριστάμενοι βασιλέϊ». Ἀμφίδολοι πόλις τῆς Τριφυλίας καὶ οἱ πολῖται ὁμοίως ὡς Θούριοι καὶ Θαύμακοι καὶ Λεοντῖνοι καὶ Δελφοί. τὸ δὲ αἰόλος εἴτε κύριον εἴτε ἐπίθετον παροξύνεται. καὶ τὸ βουκόλος παροξύνεται, ὅτι ἀπὸ ῥήματος. τὸ δὲ ὀβολός ὀξύνεται. Τὰ διὰ τοῦ 'υλος' τρισύλλαβα προσηγορικὰ ἢ κύρια, εἰ ἄρχοιτο ἀπὸ φύσει μακρᾶς, παροξύνεται, κρωβύλος καὶ Κρωβύλος, κηρύλος ὁ τῶν ἀλκυόνων ἄρρην, Αἰσχύλος, Ῥωμύλος, Σιμύλος, Ἡδύλος, Τουσσύλος· οὕτως οἱ Κάττουζοι ὑπὸ Καρῶν ἐκαλοῦντο. βαιτύλος ὁ λίθος ὃν ὁ Κρόνος κατέπιεν, Δημύλος, βηθύλος. σεσημείωται τὸ Οἴτυλος, ἥρως καὶ πόλις Λακωνικῆς «ἠδ´ Οἴτυλον» (Β 585). ἄρχεται τὸ ὄνομα ἀπὸ τῆς 'οι' διφθόγγου, κακῶς δὲ Τυραννίων οἰόμενος ἄρθρον εἶναι τὸ 'οι' καὶ παρὰ τὴν συνήθειαν τοῦ ποιητοῦ ἁμαρτάνων καὶ παρὰ τὴν ἱστορίαν, εἴγε οὕτως φησὶ καὶ Φερεκύδης «τοῦ δὲ γίνεται Ἀμφιάναξ, τοῦ δ´ Οἴτυλος, ἀφ´ οὗ ἡ πόλις ἡ ἐν Σπάρτῃ καλεῖται». καὶ Ὤγυλος νῆσος μεταξὺ Πελοποννήσου καὶ Κρήτης. τὸ δὲ αἴσυλος ἐπίθετόν ἐστιν. Τὰ διὰ τοῦ 'υλος' τρισύλλαβα ἐπιθετικὰ ὄντα ἁπλᾶ ἔχοντα τὴν τρίτην μακρὰν παροξύνεται, στωμύλος, αἱμύλος ὁ πρᾷος, στρογγύλος,
Polysyllabic compounds in -ειλος, formed from a noun, are accented with the antepenult: τρίχειλος, ἀγκυλόχειλος, κροκόδειλος, εὔειλος. Simple proper names or appellatives in -ολος of more than two syllables are accented with the antepenult: Αἴολος, the ethnic name, with the same sound as the founder, as Θετταλός, Ἰταλός, ἄσβολος, εὔκολος, διάβολος. Ὅμολος, a mountain of Thessaly, which is also Ὁμόλη. Νάκολος; Ποτίολοι, a city of Tyrrhenia, which is also Δικαιάρχεια. αὐτόμολος, and Αὐτόμολος, an Ethiopian people, as Herodotus in the second book (c. 30): “and for these Αὐτόμολοι the name is Ἀσμάχην, which is ‘those who stand at the king’s left hand’.” Ἀμφίδολοι, a city of Triphylia, and its citizens likewise, as Θούριοι and Θαύμακοι and Λεοντῖνοι and Δελφοί. But αἰόλος, whether a proper name or an epithet, is accented with the penult. And βουκόλος is accented with the penult, because it is from a verb. But ὀβολός is accented on the last syllable. Trisyllabic appellatives or proper names in -υλος, if they begin with a naturally long vowel, are accented with the penult: κρωβύλος and Κρωβύλος, κηρύλος, the male of the kingfishers, Αἰσχύλος, Ῥωμύλος, Σιμύλος, Ἡδύλος, Τουσσύλος; thus the Κάττουζοι were called by the Carians. βαιτύλος, the stone which Cronus swallowed; Δημύλος; βηθύλος. Noted is Οἴτυλος, a hero and a city of Laconia: “and Oἴτυλον” (Β 585). The name begins with the diphthong οι; but Tyrannion, wrongly thinking that οι is an article, errs both against the poet’s usage and against the history, if indeed Pherecydes too speaks thus: “and from him is born Ἀμφιάναξ, and from him Οἴτυλος, from whom the city in Sparta is called.” And Ὤγυλος, an island between the Peloponnese and Crete. But αἴσυλος is an epithet. Trisyllabic adjectives in -υλος, being simple and having the third syllable long, are accented with the penult: στωμύλος, αἱμύλος, ‘the gentle’, στρογγύλος.