Discussion of accentual behavior of adjectives ending in -ρος and -τερος, with examples and conditions for proparoxytone, oxytone, preantepenultimate accents and exceptions (e.g. κορφα, καρτερός).
Τὰ εἰς 'ρος' ὑπερδισύλλαβα παραληγόμενα 'α' συνεσταλμένῳ ἢ ἐκτεταμένῳ τριγενῆ ὄντα ὀξύνεται, εἰ μὴ δεδιπλασίασται ἐν τῇ ἀρχῇ, χαλαρός, λιπαρός, χλιαρός, ψαφαρός, λαγαρός ὁ ἀσθενής, μαδαρός, ῥυπαρός, πλαδαρός, οἷς ἠκολούθησε καὶ τὸ ἀκαρός. τὸ μέντοι κάρχαρος δεδιπλασίασται ἐν τῇ ἀρχῇ. τὸ δὲ φλύαρος προπαροξύνεται οὐκ ἔχον θηλυκὸν καὶ τὸ ἔγκαρος ὁ ἐγκέφαλος. Τὰ εἰς 'τερος' τρισύλλαβα, εἰ ἔχει τὴν ἄρχουσαν μακράν, προπαροξύνεται, φέρτερος, βέλτερος, κύντερος «κύντερον ἄλλο γυναικός» (Od. λ 427). ὕστερος, ὅπερ σημειῶδες μήτε ἀπὸ τῶν εἰς 'υς' ληγόντων παραχθὲν τρισύλλαβόν τε ὑπάρχον καὶ ἔχον τὸ 'σ' προηγούμενον τοῦ 'τερος'· ἀλλ´ ἴσως αἴτιον τὸ πάθος. γίνεται γὰρ παρὰ τὴν ὑπό ὑπότερος καὶ κατὰ συγκοπὴν ὕστερος. τὸ δὲ 'ο' συγκοπτόμενον τὸ 'σ' ποιεῖ θεόφατον θέσφατον, θεοείκελον θέσκελον. δεύτερος. ἴκτερος. τὸ δὲ καρτερός ὀξύνεται ἀπὸ τοῦ κρατερός καὶ τὸ Κρατερός ὄνομα κύριον. Τὰ διὰ τοῦ 'τερος' τριβράχεα τότε βαρύνονται, ὅτε πυσματικὴν ἔννοιαν ἔχοι ἢ ἐκ δύο προσώπων ἕν τι τὸ κατηγόρημα ποιεῖται, πότερος, πρότερος, ἕτερος, οἷς ἠκολούθησε καὶ τὸ ἑκάτερος. Τὰ εἰς 'τερος' ὑπερτρισύλλαβα συγκριτικὰ ἢ συγκριτικῶς παραληγόμενα προπαροξύνεται, ἰθύντερος ῥήματι παρακείμενον τῷ ἰθύνω, ἀβέλτερος, μελάντερος, ὀρέστερος, ἡμέτερος, ὑμέτερος, σφωΐτερος, φιλαίτερος, πλησιαίτερος, περαίτερος, ταχύτερος, πλατύτερος, βραχύτερος, ἡδύτερος, ἐπασσύτερος «ὣς τότ´ ἐπασσύτεραι Δαναῶν» (Il. Δ 427), ὅπερ οὐκ ἔχει φυσικὸν τὸ 'υ', ἐκ δὲ τοῦ ἀσσοτέρου ἐτράπη «ἀσσοτέρω καθίσασα παραὶ πυρί» (Od. ρ
Words in -ρος, of more than two syllables, with penult α contracted or uncontracted, being of three genders, are accented on the ultima, unless they have been reduplicated at the beginning: χαλαρός, λιπαρός, χλιαρός, ψαφαρός, λαγαρός ‘the weak’, μαδαρός, ῥυπαρός, πλαδαρός; and to these was added also ἀκαρός. But κάρχαρος has been reduplicated at the beginning. φλύαρος, however, is accented on the antepenult, since it has no feminine; likewise ἔγκαρος ‘the brain’. Trisyllables in -τερος, if they have a long initial syllable, are accented on the antepenult: φέρτερος, βέλτερος, κύντερος, “κύντερον ἄλλο γυναικός” (Od. λ 427). ὕστερος is exceptional, being neither derived from words ending in -υς, though it is trisyllabic, nor having σ preceding -τερος; but perhaps the cause is the phonetic change. For it comes from ὑπό, ὑπότερος, and by syncope ὕστερος. And when ο is syncopated it produces σ: θεόφατον → θέσφατον, θεοείκελον → θέσκελον. δεύτερος. ἴκτερος. But καρτερός is accented on the ultima from κρατερός; and Κρατερός is a proper name. Forms in -τερος with three short syllables are then accented on the penult when they have an interrogative sense or make a single predicate out of two persons: πότερος, πρότερος, ἕτερος, to which was added also ἑκάτερος. Comparatives in -τερος of more than three syllables, or with comparative-type penult, are accented on the antepenult: ἰθύντερος, corresponding to the verb ἰθύνω; ἀβέλτερος, μελάντερος, ὀρέστερος, ἡμέτερος, ὑμέτερος, σφωΐτερος, φιλαίτερος, πλησιαίτερος, περαΐτερος, ταχύτερος, πλατύτερος, βραχύτερος, ἡδύτερος, ἐπασσύτερος, “ὣς τότ᾽ ἐπασσύτεραι Δαναῶν” (Il. Δ 427), in which υ is not original, but it has been changed from ἀσσοτέρου: “ἀσσοτέρω καθίσασα παρὰ πυρί” (Od. ρ