572). δημότερος συγκριτικὸν οὐκ ἀποκοπῇ, ἀλλ´ ἐκ τοῦ ἐπιθετικοῦ τοῦ «δῆμον ἐόντα παρὲξ ἀγορευέμεν» (Il. Μ 213), βασιλεύτερος. τούτοις ἠκολούθησε καὶ τὸ κασσίτερος, εἰ καὶ προσηγορικόν. τὸ δὲ περιστερός ὀξύνεται. τὸ μέντοι ἀριστερός ὀξύνεται ὡς διὰ τοῦ 'ερος' καὶ δεξιτερός. τὸ δὲ ἀμφότερος ἐπιθετικόν, τὸ δὲ Ἀμφοτερός ὡς κύριον ὀξύνεται. * Τὰ εἰς 'ερος' ὑπερδισύλλαβα μονογενῆ ἢ κύρια βαρύνεται, Τέρμερος, ἀφ´ οὗ Τέρμερα πόλις Λυκίας, Σύβερος πόλις Ἰλλυρίδος, Ὤλερος Κρητικὴ πόλις, περὶ ἧς Ξενίων ἐν Κρητικοῖς φησι «πορρωτέρω δὲ τῆς Ἱεραπύτνης Ὤλερος ἦν ἡ πόλις ἐφ´ ὑψηλοῦ μὲν ᾠκισμένη τόπου». ἵμερος παρὰ τὸ ἵημι καὶ ἵεσθαι «ἵετο γὰρ βαλέειν» (Π 383 et 866) ὁ ποθῶν γὰρ ἵεται ἐπὶ τὸ ποθούμενον. Τὰ διὰ τοῦ 'ερος' τριγενῆ ὄντα καὶ τριβράχεα ὀξύνεται, χωρὶς εἰ μὴ ἔχοι τὸ 'τ' πρὸ τοῦ 'ε', γοερός, νοερός, ψογερός, δροσερός, τρυφερός, βλαβερός, φανερός, ἱερός, σφαλερός, δολερός, χλοερός, νοσερός, σταθερός, πενθερός. τὸ δὲ ἥμερος τὴν πρὸ τέλους τρίτην μακρὰν ἔχει. ᾧ ἠκολούθησε καὶ τὸ ἐλεύθερος. τὸ δὲ πότερος, ἕτερος ἔχει τὸ 'τ' πρὸ τοῦ 'ε'. Τὰ διὰ τοῦ 'ηρος' ὑπὲρ δύο συλλαβὰς εἴτε κύρια εἴτε προσηγορικὰ εἴτε ἐπίθετα μὴ ἔχοντα κατ´ ἰδίαν θηλυκὰ προπαροξύνεται, ὅμηρος, σίδηρος. Φάληρος· Ἄβδηρος ὄνομα τόπου. Ἄηρος πόλις Κρητική, Ἄνδηρος, Ἴβηρος ἀπὸ τῆς Ἴβηρος γενικῆς παραχθέν «αὐτὸς Ἴβηρος τραγοπώγων» ἐν Μαλθακοῖς Κρατίνου. καὶ Ἀπολλώνιος μὲν ἐν τοῖς παρωνύμοις φησίν «ἀπὸ γενικῶν εὐθεῖαι παράγονται, τῶν μὲν ὑπὲρ δύο συλλαβὰς ὁμοίως τῇ εὐθείᾳ κατὰ τὸν τόνον προπαροξυνόμεναι, καὶ ἐν ἁπλῷ σχήματι ἢ ἐν συνθέτῳ. ἁπλοῦν μὲν οὖν μάρτυρ μάρτυρος ὁ μάρτυρος, Χάροψ Χάροπος ὁ Χάροπος »Χαρόποιο τ´ ἄνακτος« (Il. Β 672), Τροίζην Τροίζηνος ὁ Τροίζηνος »υἱὸς Τροιζήνοιο« (Il. Β 847). Ἴβηρ Ἴβηρος ὁ Ἴβηρος». τὸ αὐτὸ καὶ Ἅβρων ἐν παρωνύμοις φησίν. ἀλλὰ τὰ παρὰ γενικῆς ἀναπεμφθέντα κατὰ τὸν τόνον συνεξομοιοῦνται τῷ χαρακτῆρι τῆς εὐθείας. τὸ γὰρ φυλακός προσηγορικὸν ὀξύνεται τῷ χαρακτῆρι τῶν εἰς 'ακος' ὑπερδισυλλάβων προσηγορικῶν,
δημότερος is a comparative not by apocope, but from the adjectival (use) in «δῆμον ἐόντα παρὲξ ἀγορευέμεν» (Il. Μ 213), as (also) βασιλεύτερος. With these there followed also κασσίτερος, even though it is an appellative. But περιστερός is accented with an acute. And indeed ἀριστερός is accented with an acute, as being through -ερος, and likewise δεξιτερός. But ἀμφότερος is adjectival, whereas Ἀμφοτερός, as a proper name, is accented with an acute.
The words in -ερος, of more than two syllables, that are of one gender or are proper names are accented with a grave: Τέρμερος, from which (comes) Τέρμερα, a city of Lycia; Σύβερος, a city of Illyria; Ὤλερος, a Cretan city, about which Xenion in the Cretica says: «and farther from Hierapytna was Ὤλερος, the city, settled on a high place». ἵμερος is from ἵημι and ἵεσθαι—«ἵετο γὰρ βαλέειν» (Π 383 et 866)—for the one who desires ‘rushes’ toward the desired object.
The words through -ερος that are of three genders and tribrach are accented with an acute, unless they have τ before ε: γοερός, νοερός, ψογερός, δροσερός, τρυφερός, βλαβερός, φανερός, ἱερός, σφαλερός, δολερός, χλοερός, νοσερός, σταθερός, πενθερός. But ἥμερος has the third syllable from the end long; and ἐλεύθερος followed it. But πότερος and ἕτερος have τ before ε.
The words through -ηρος, of more than two syllables, whether proper names or appellatives or adjectives not having distinct feminine forms, are accented with a proparoxytone: ὅμηρος, σίδηρος. Φάληρος; Ἄβδηρος, a place-name. Ἄηρος, a Cretan city; Ἄνδηρος; Ἴβηρος, derived from the genitive Ἴβηρος, as in «αὐτὸς Ἴβηρος τραγοπώγων» in Cratinus’ Malthaci. And Apollonius in the Paronyms says: «from genitives nominatives are derived, those of more than two syllables being proparoxytone in the same way as the nominative with respect to accent, whether in simple form or in compound. A simple example: μάρτυρ, μάρτυρος—ὁ μάρτυρος; Χάροψ, Χάροπος—ὁ Χάροπος: »Χαρόποιο τ´ ἄνακτος« (Il. Β 672); Τροίζην, Τροίζηνος—ὁ Τροίζηνος: »υἱὸς Τροιζήνοιο« (Il. Β 847); Ἴβηρ, Ἴβηρος—ὁ Ἴβηρος». The same also Habron says in the Paronyms. But those sent back from a genitive are assimilated in accent to the form of the nominative. For φυλακός, an appellative, is accented with an acute, in accordance with the form of the appellatives in -ακος of more than two syllables.