Prosodia Catholica (Herodian)

Passage 1.197
← Index
1.197
Toponyms, ethnics, proper names and morphological/intonation rules for adjectives in -ηρος; accentuation shifts (oxytone to barytone) and formation of feminine forms; examples like Τροίζηνος, Κύθηρος, Δίζηρος and adjectives λυπηρός, πενθηρός, ὀτρηρός, with Attic accent alternations.
τὸ δὲ μάρτυρος ἠκολούθησε τῷ ἄργυρος, τὸ Χάροπος τῷ Ἄροπος, Ἀστέροπος. οὕτω καὶ τὸ Ἴβηρος τῷ ὅμηρος σίδηρος. τὸ δὲ Τροίζηνος ἀπὸ Τροιζήν ὀξυτόνου εἰς ἰδιότητα βαρύνεται ὡς καὶ τὸ Φύλακος κύριον. Ἄβληρος κύριον. Ὅμηρος «Ἄβληρον ἐνήρατο δουρὶ φαεινῷ» (Ζ 32). Ψένηρος Αἰγυπτία κώμη. Κύθηρος ὁ Φοίνικος, ἀφ´ οὗ Κύθηρα νῆσος, καὶ δῆμος τῆς Πανδιονίδος φυλῆς. Δίγηρος ἔθνος Θρᾴκιον. Πολύβιος ιγʹ. Δίζηρος ποταμὸς Ἰλλυρίδος. Λυκόφρων ( 1026) «οἳ πρὸς βαθεῖ νάσσαντο Διζήρου πόρῳ». ἴσως ἀπὸ τοῦ δίζησθαι τὴν Μήδειαν ὀνομασθείς. Δόβηρος πόλις Παιονίας. Κάληρος βασιλεύς, ἀφ´ οὗ ἡ Ἀλωπεκόννησος ἐκαλεῖτο Κάληρος. Στενύκληρος πόλις Μεσσήνης. ἐρίηρος, τριέτηρος, πενταέτηρος, τετραφάληρος. τὰ μέντοι διὰ τοῦ 'ηρος' ὑπὲρ δύο συλλαβὰς ἐπιθετικὰ ἔχοντα κατ´ ἰδίαν θηλυκὰ ὀξύνεται, λυπηρός, ἀταρτηρός, τυχηρός, ὀλισθηρός, ποιηρός, ἀτηρός, ἀλγηρός, πνιγηρός, ἀνθηρός, τολμηρός, πενθηρός ἐπὶ ἱματίου μέλανος ἔφη Ἀναξίλας Α. φέρ´ αὔτ´ ἀνύσας. Β. ἀλλ´ ἐστὶ πενθηρὸν πάνυ. καματηρός, αἱματηρός, ἀσηρός, σιγηρός, ἀγροικηρός ἀπὸ τοῦ ἄγροικος «ἀγροικηρὴν φύσιν». ὀτρηρός, οὗ τὸ θηλυκὸν ὀτρηρή «τὸν δ´ αὖτ´ ὀτρηρὴ ταμίη» (Ζ 381). ἰστέον δὲ ὅτι τὸ πόνηρος καὶ μόχθηρος οἱ Ἀττικοὶ ἀντὶ τοῦ ὀξύνειν προπαροξύνουσιν, ὅταν τὸν ἐπίπονον καὶ ἐπίμοχθον σημαίνῃ, ἐπὶ δὲ τῶν κατὰ ψυχὴν φαύλων ὀξύνουσιν.
μάρτυρος followed ἄργυρος; Χάροπος followed Ἄροπος, Ἀστέροπος. So too Ἴβηρος follows ὅμηρος, σίδηρος. But Τροίζηνος, from Τροιζήν with acute accent, is, by a peculiarity, given a grave accent, as also the proper name Φύλακος. Ἄβληρος is a proper name. Homer: «Ἄβληρον ἐνήρατο δουρὶ φαεινῷ» (Ζ 32). Ψένηρος is an Egyptian village. Κύθηρος the Phoenician, from whom the island Κύθηρα is named, and also a deme of the Pandionid tribe. Δίγηρος, a Thracian people: Polybius book 13. Δίζηρος, a river of Illyria. Lycophron (1026): «οἳ πρὸς βαθεῖ νάσσαντο Διζήρου πόρῳ». Perhaps so named from διζῆσθαι of Medea. Δόβηρος, a city of Paeonia. Κάληρος, a king, from whom Ἀλωπεκόννησος was called Κάληρος. Στενύκληρος, a city of Messenia. ἐρίηρος, τριέτηρος, πενταέτηρος, τετραφάληρος. However, adjectival forms in -ηρος of more than two syllables, having distinct feminine forms, are accented on the ultima: λυπηρός, ἀταρτηρός, τυχηρός, ὀλισθηρός, ποιηρός, ἀτηρός, ἀλγηρός, πνιγηρός, ἀνθηρός, τολμηρός, πενθηρός—of a black garment Anaxilas said: A. φέρ᾽ αὔτ᾽ ἀνύσας. B. ἀλλ᾽ ἐστὶ πενθηρὸν πάνυ—καματηρός, αἱματηρός, ἀσηρός, σιγηρός, ἀγροικηρός from ἄγροικος: «ἀγροικηρὴν φύσιν». ὀτρηρός, whose feminine is ὀτρηρή: «τὸν δ᾽ αὖτ᾽ ὀτρηρὴ ταμίη» (Ζ 381). But it must be known that πόνηρος and μόχθηρος the Attics, instead of accenting on the ultima, accent on the antepenult when it means ‘laborious’ and ‘toilsome’, but in the case of those base in soul they accent on the ultima.

Gadget

A small interactive toy based on this passage (experimental).
No gadget yet.

Overlaps (Stephanos, Meineke)

char LCS 99 (68.8%) word LCS 17 (68.0%)
Show overlap highlight
…ατο δουρὶ φαεινῷ» (Ζ 32). Ψένηρος Αἰγυπτία κώμη. Κύθηρος ὁ Φοίνικος, ἀφ´ οὗ Κύθηρα νῆσος, καὶ δῆμος τῆς Πανδιονίδος φυλῆς. Δίγηρος ἔθνος Θρᾴκιον. Πολύβιος ιγʹ. Δίζηρος ποταμὸς Ἰλλυρίδος. Λυκόφρων ( 1026) «οἳ πρὸς βαθεῖ νάσσαντο Διζήρου πόρῳ». ἴσως ἀπὸ τοῦ δίζησθαι τὴν Μήδειαν ὀνομασθείς. Δόβηρος πόλις Παιονίας. Κάληρος βασιλεύς, ἀφ´ οὗ ἡ Ἀλωπεκόννησος ἐκαλεῖτο Κάληρος. Στενύκληρος πόλις Μεσσήνης. ἐρίηρος, τριέτηρος, πενταέτηρος, τετραφάληρος. …
Δίζηρος, ποταμὸς Ἰλλυρίδος. Λυκόφρων “οἳ πρὸς βαθεῖ νάσσαντο Διζηροῦ πόρῳ”. ἴσως ἀπὸ τοῦ δίζησθαι τὴν Μήδειαν ὀνομασθείς. τὸ ἐθνικὸν Διζήριος καὶ Διζηρίτης, ὡς Ἄλωρος Ἀλωρίτης.