Phonology and accentuation patterns for Greek adjectives and nouns ending in -στός, -τος, -φος, diphthongs ('ευ','οι','αυ'), perispomenon/oxytone patterns, examples (τάχιστος, ἄριστος, πολλοστός, τορνευτός, ἄλοιτος, τηλικοῦτος, ἄπαυστος, ἐνιαυτός, Πάφος, Τάφος, Σόφος, λόφος).
ληϊστός, μεριστός, ὀνομαστός. τὰ δὲ σύνθετα προπαροξύνεται, φραστός ἄφραστος, ἀλίαστος, ἄλαστος ὁ ἄδικος ἀπὸ τοῦ λάζω τὸ λαμβάνω, ὡσαύτως καὶ τὰ ὑπερθετικά, τάχιστος, ἄριστος, κάλλιστος, μεθ´ ὧν ἕκαστος. Τὰ εἰς 'στος' ὑπερδισύλλαβα παραληγόμενα 'ο' ἐπὶ ποσότητος τασσόμενα ὀξύνεται, πολλοστός, εἰκοστός, τριακοστός, πεντηκοστός. Τὰ εἰς 'τος' ὑπὲρ δύο συλλαβὰς παραληγόμενα τῇ 'ευ' διφθόγγῳ ἁπλᾶ ὄντα ὀξύνεται, τορνευτός, στρατευτός, βουλευτός. τὸ δὲ ἀστράτευτος σύνθετον. * Τὰ εἰς 'τος' ὑπὲρ δύο συλλαβὰς παραληγόμενα τῇ 'οι' διφθόγγῳ σπάνια ὄντα βαρύνεται, ἄλοιτος ὁ ἄδικος καὶ μιαρός. Τὰ διὰ τοῦ 'ουτος' προπερισπᾶται, τηλικοῦτος, τοιοῦτος, τοσοῦτος. Τὰ εἰς 'τος' ὑπερδισύλλαβα τῇ 'αυ' διφθόγγῳ παραληγόμενα προπαροξύνεται, ἄπαυστος, ἄθραυστος, ἄκλαυστος. σεσημείωται ἐνιαυτός ὀξυνόμενον. Τὰ εἰς 'φος' δισύλλαβα κύρια ἢ προσηγορικὰ βαρύνεται, εἰ μὴ παραλήγοι τῷ 'υ' βραχεῖ τοπικὰ ἢ εἰς τὸ 'λ', Πάφος πόλις Κύπρου, τάφος καὶ Τάφος πόλις Κεφαλληνίας, νῦν δὲ Ταφιοῦσσα. Γόμφοι πόλις Θεσσαλίας καὶ τὸ ἐθνικὸν ὅμοιον, Σόφος τὸ κύριον, σοφός δὲ τὸ ἐπίθετον, ὄρφος κοινῶς, ὀρφῶς δὲ Ἀττικῶς. λόφος, κέκφος εἶδος
ληϊστός, μεριστός, ὀνομαστός. But the compounds are accented on the antepenult: φραστός, ἄφραστος, ἀλίαστος, ἄλαστος (“the unjust”), from λάζω, “I take”; likewise also the superlatives: τάχιστος, ἄριστος, κάλλιστος, with which also ἕκαστος.
The words in -στος, more than two syllables, having ο in the penult and being set in expressions of quantity, are accented on the ultima: πολλοστός, εἰκοστός, τριακοστός, πεντηκοστός.
The words in -τος, more than two syllables, having the diphthong ευ in the penult, when simple, are accented on the ultima: τορνευτός, στρατευτός, βουλευτός; but ἀστράτευτος is a compound.
The words in -τος, more than two syllables, having the diphthong οι in the penult, being rare, are barytone: ἄλοιτος (“the unjust and foul”).
The forms in -οῦτος take the circumflex on the penult: τηλικοῦτος, τοιοῦτος, τοσοῦτος.
The words in -τος, more than two syllables, having the diphthong αυ in the penult, are accented on the antepenult: ἄπαυστος, ἄθραυστος, ἄκλαυστος; noted as an exception is ἐνιαυτός, accented on the ultima.
The disyllables in -φος, proper names or appellatives, are barytone, unless they have a short υ in the penult and are local names, or end in -λ: Πάφος, a city of Cyprus; τάφος, and Τάφος, a city of Cephallenia, now Taφιοῦσσα; Γόμφοι, a city of Thessaly, and the ethnic is similar; Σόφος is the proper name, but σοφός the adjective; ὄρφος in common usage, but ὀρφῶς in Attic. λόφος, κέκφος, a kind.