Prosodia Catholica (Herodian)

Passage 1.233
← Index
1.233
Accentuation rules for Greek compounds with various prefixes (παρὰ τὸ χέω, πολύ-, πολυφάγος pattern, εὖ-, privative ἀ-, φιλεῖ- compounds, παρὰ τὸ λέγω vs φιλεῖ, δυσ-/ζα- with note on -λως adverbs, ὠκύς-), with examples and exceptions.
Ἔτι τὰ παρὰ τὸ χέω σύνθετα παροξύνεται, χρυσοχόος, οἰνοχόος. τὸ πρόχοος δὲ ἀπὸ προθέσεως. Ὅσα ἐν τῇ ἀρχῇ συντίθεται ἐκ τοῦ πολύ, προπαροξύνεται, πολύστροφος, πολύκαρπος, πολύφιλος, πολύμηλος, Πολύϊδος, πολύολβος, Πολύφημος, πολύζυγος, πολύλαλος. τὸ δὲ μογιλάλος παροξύνεται. οὐ γὰρ παρὰ τὸ πολύ. σεσημείωται τὸ πολυφάγος. ἐξηκολούθησε γὰρ ἑτέρῳ κανόνι. Τὰ γὰρ παρὰ τὸ φαγεῖν ἐν τῷ τέλει συντεθειμένα παροξύνεται, ἀρτοφάγος, μονοφάγος, παμφάγος, ποηφάγος, ἀδδηφάγος, ὠμοφάγος, σαρκοφάγος· οὕτω καὶ πολυφάγος. ὡσαύτως καὶ τὰ ἐθνικὰ Μελινοφάγος ἔθνος Θρᾴκης καὶ Φθειροφάγος. Ὅσα τὸ εὖ μόριον κατ´ ἀρχὴν ἔχει, προπαροξύνεται, εὔτοκος, εὔτονος, εὔμολπος, εὐποίητος «βοῶν τ´ εὐποιητάων» (Il. Π 636). τὸ εὖ κρεῖττόν ἐστιν ἓν ποιεῖν εὐποιητάων, ἐπεὶ καὶ ἐν ἑτέροις φησὶ τὴν δοτικὴν «εὐποιήτῃσι πύλῃσι» (Il. Ε 466) ἢ κατ´ ἰδίαν προφέρεσθαι. Εὔμαιος, εὔσκοπος, εὔξοος χωρὶς τῶν παρὰ τὸ ἔργον εὐεργός. οἷ τε κατ´ αἶσχος ἔχευε καὶ ἐσσομένῃσιν ὀπίσσω θηλυτέρῃσι γυναιξὶ καὶ ἥ κ´ εὐεργὸς ἔῃσιν (Od. λ 433). Ὅσα ἀπὸ τοῦ 'α' στερητικοῦ μορίου συντίθεται, προπαροξύνεται, ἄτολμος, ἄτομος, ἄστοργος. Ὅσα ἐν ἀρχῇ ἔχει τὸ φιλεῖν, προπαροξύνεται, φιλόπονος, φιλόσοφος, φιλόλογος. Τὰ παρὰ τὸ λέγω χωρὶς τῶν παρὰ τὸ φιλεῖν παροξύνεται, δικαιολόγος, φυσιολόγος, τερατολόγος. τὸ δὲ φιλόλογος ἀπὸ τοῦ λόγος καὶ τὸ φιλῶ. Τὰ παρὰ τὸ 'δυσ' καὶ 'ζα' μόρια προπαροξύνεται, δύσμορφος, δύστηνος, ζάπλουτος, ζάκοτος, ζάθεος, ζάφελος, τὸ δὲ ζαφελῶς περισπᾶται, ἐπεὶ τὰ διὰ τοῦ 'λως' ἐπιρρήματα παραληγόμενα τῷ 'ε' ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον φιλεῖ περισπᾶσθαι, ἐντελῶς, ἐπιμελῶς, οἷς καὶ τὸ ζαφελῶς ξυνέδραμε. Τὰ παρὰ τὸ ὠκύς προπαροξύνεται, ὠκύμορος, ὠκύπορος· τὸ
Further, the compounds formed from χέω are accented on the penult, χρυσοχόος, οἰνοχόος. But πρόχοος is from a preposition. Whatever is compounded at the beginning from πολύ is accented on the antepenult, πολύστροφος, πολύκαρπος, πολύφιλος, πολύμηλος, Πολύϊδος, πολύολβος, Πολύφημος, πολύζυγος, πολύλαλος. But μογιλάλος is accented on the penult; for it is not from πολύ. πολυφάγος has been noted as exceptional, for it followed another rule. For compounds formed from φαγεῖν at the end are accented on the penult: ἀρτοφάγος, μονοφάγος, παμφάγος, ποηφάγος, ἀδδηφάγος, ὠμοφάγος, σαρκοφάγος; so too πολυφάγος. Likewise the ethnics Μελινοφάγος, a people of Thrace, and Φθειροφάγος. Whatever has the particle εὖ at the beginning is accented on the antepenult: εὔτοκος, εὔτονος, εὔμολπος, εὐποίητος, “and of oxen well-made” (Il. Π 636). It is better to make εὖ one word, εὐποιητάων, since in other places too he uses the dative, “at well-made gates” (Il. Ε 466), rather than pronouncing it separately. Εὔμαιος, εὔσκοπος, εὔξοος—apart from those from ἔργον, such as εὐεργός: “and he poured forth in shame, and for women hereafter, women yet to come, and she who may be εὐεργός” (Od. λ 433). Whatever is compounded from the privative particle ἀ- is accented on the antepenult: ἄτολμος, ἄτομος, ἄστοργος. Whatever has φιλεῖν at the beginning is accented on the antepenult: φιλόπονος, φιλόσοφος, φιλόλογος. Compounds from λέγω—except those from φιλεῖν—are accented on the penult: δικαιολόγος, φυσιολόγος, τερατολόγος. But φιλόλογος is from λόγος and φιλῶ. Compounds from the particles δυσ- and ζα- are accented on the antepenult: δύσμορφος, δύστηνος, ζάπλουτος, ζάκοτος, ζάθεος, ζάφελος; but ζαφελῶς has a circumflex, since adverbs in -λως with ε in the penult for the most part tend to take the circumflex, ἐντελῶς, ἐπιμελῶς, with which ζαφελῶς has coincided. Compounds from ὠκύς are accented on the antepenult: ὠκύμορος, ὠκύπορος; but the…

Gadget

A small interactive toy based on this passage (experimental).
No gadget yet.

Overlaps (Stephanos, Meineke)

No overlaps computed yet.