Τὰ διὰ τοῦ 'ονη' ὑπερδισύλλαβα βαρύνονται καὶ ὀξύνονται. βαρύνεται μὲν τὰ παρώνυμα κύρια, Ἀντιγόνη, Ἠριγόνη θυγάτηρ Ἰκαρίου, Ἡγεμόνη ἀπὸ τῆς ἡγεμόνος γενικῆς, Ἑρμιόνη ἀπὸ τῆς Ἑρμιόνος γενικῆς, Χιόνη νύμφη, Νακόνη πόλις Σικελίας. Καλλιγόνη, Ἀλκυόνη, Πληϊόνη. ἔτι καὶ ταῦτα, σφενδόνη, ὀθόνη, ἀκόνη. ἔστι δὲ καὶ Ἀκόναι πολίχνιον πλησίον Ἡρακλείας. ἐπικέκληται δὲ διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐν αὐτῇ πρὸς ἀκόνας πεποιημένων λίθων, βελόνη, περόνη, εὐφρόνη καὶ Εὐφρόνη, ἀμπεχόνη. ὀξύνεται δὲ ἡδονή, φλεγμονή, πλησμονή, αὐονή, καλλονή, χαρμονή. Τὰ εἰς 'νη' δισύλλαβα τῷ 'υ' μακρῷ παραληγόμενα βαρύνεται, μύνη ἡ προτροπή, Βύνη, Φρύνη, Θύνη πόλις Λιβύης ὡς ὁ πολυίστωρ Ἀλέξανδρος. τὸ δὲ Κυνή πόλις Λυδίας. Ἑκαταῖος Εὐρώπῃ. καὶ γυνή ὀξύνεται τὸ 'υ' βραχὺ ἔχοντα. Τὰ εἰς 'νη' ὑπερδισύλλαβα μονογενῆ παραληγόμενα τῷ 'υ' βαρύνεται, αἰσχύνη, ὀδύνη, Δελφύνη, χελύνη, κορύνη, Ταμύνη, τορύνη, σιγύνη, δουλοσύνη, ἀγνωμοσύνη, κερδοσύνη »ὣς φαμένη καὶ κερδοσύνῃ ἡγήσατ´ Ἀθήνη« (Il. Χ 247), βριθοσύνη, ὑποθημοσύνη, ἁγιωσύνη, μεγαλωσύνη, χαρμοσύνη, δικαιοσύνη, εὐφροσύνη, ξεινοσύνη »ἀρχὴν ξεινοσύνης« (Od. φ 35) »πλαγκτοσύνης δ´ οὐκ ἔστι κακόν« (Od. ο 343). »τὴν δ´ ᾔνης´ ἥ οἱ πόρε μαχλοσύνην« (Il. Ω 30). »δρηστοσύνη οὐκ ἄν μοι« (Od. ο 321). »ταρβοσύνῃ, φὰν γάρ μιν« (Od. σ 342). »γηθοσύνῃ δὲ θάλασσα διίστατο« (Ν 29). ὁ δὲ Ἀρίσταρχος γηθοσύνη δὲ θάλασσα ἀντὶ τοῦ γηθόσυνος, χαίρουσα. ἀλλὰ τὰ διὰ τοῦ 'συνη' θηλυκὰ εὑρέθη οὐκ ἐπιθετικῶς κατά τινος θηλείας, κατηγορικὰ δὲ πράγματος. οὐ γὰρ ἀγαθοφροσύνη γυνή. οὐκ ἄρα γένοιτο γηθοσύνη θάλασσα. εἰκός τινα φήσειν ὑπὲρ Ἀριστάρχου καὶ τῶν ἄλλων ὡς ὅτι αὐτὸς ἤδη ὁ ποιητὴς ἀρσενικῶς τοῦτο ἀπεφήνατο »γηθόσυνος δ´ οὔρῳ« (Od. ε 269). οὕτως ἀκόλουθον θηλυκὸν γένοιτο ἂν τὸ γηθοσύνη. ὃν διδάξομεν ὡς ὅτι τὰ διὰ τοῦ 'συνος' εἰ παράγοιτο ἐπιθετικῶς ἀρσενικὰ ὑπάρχοντα μηκέτι ποιεῖ κατὰ τὸ πλεῖον θηλυκοῦ γένους παρασχηματισμόν. τὸ οὖν δικαιόσυνος Ζεὺς οὐκ ἔχει τὸ δικαιοσύνη θηλυκὸν ἔτι ἐπιθετικῶς κατά τινος θεοῦ τασσόμενον.
The polysyllables in -ονη are both barytone and oxytone. Barytone are the denominative proper names: Ἀντιγόνη, Ἠριγόνη daughter of Ἰκάριος, Ἡγεμόνη from the genitive ἡγεμόνος, Ἑρμιόνη from the genitive Ἑρμιόνος, Χιόνη a nymph, Νακόνη a city of Sicily; also Καλλιγόνη, Ἀλκυόνη, Πληϊόνη. Further, these too: σφενδόνη, ὀθόνη, ἀκόνη. There is also Ἀκόναι, a small town near Ἡράκλεια; and it has been so named because of the multitude of stones in it made for whetstones; also βελόνη, περόνη, εὐφρόνη and Εὐφρόνη, ἀμπεχόνη. Oxytone, however, are ἡδονή, φλεγμονή, πλησμονή, αὐονή, καλλονή, χαρμονή.
The disyllables in -νη with long υ in the penult are barytone: μύνη ‘exhortation’, Βύνη, Φρύνη, Θύνη, a city of Libya, as Alexander Polyhistor says; and Κυνή, a city of Lydia, according to Hecataeus in his Europa. But γυνή is oxytone, having short υ.
The polysyllables in -νη, simple in formation, with υ in the penult, are barytone: αἰσχύνη, ὀδύνη, Δελφύνη, χελύνη, κορύνη, Ταμύνη, τορύνη, σιγύνη, δουλοσύνη, ἀγνωμοσύνη, κερδοσύνη—“so saying, and by κερδοσύνη Athena led him” (Il. Χ 247)—βριθοσύνη, ὑποθημοσύνη, ἁγιωσύνη, μεγαλωσύνη, χαρμοσύνη, δικαιοσύνη, εὐφροσύνη, ξεινοσύνη—“the beginning of ξεινοσύνη” (Od. φ 35); “and there is no evil in πλαγκτοσύνη” (Od. ο 343); “and she praised him, she who granted him μαχλοσύνη” (Il. Ω 30); “δρηστοσύνη would not be for me” (Od. ο 321); “with ταρβοσύνη, for they said that he …” (Od. σ 342); “and the sea parted with γηθοσύνη” (Ν 29).
But Aristarchus takes “γηθοσύνη δὲ θάλασσα” in place of γηθόσυνος, i.e. ‘rejoicing’. Yet the feminine nouns in -συνη are found not adjectivally of some female, but predicatively of a thing; for one does not say ἀγαθοφροσύνη γυνή. Therefore “γηθοσύνη θάλασσα” could not arise. Someone might plausibly speak on behalf of Aristarchus and the others, on the ground that the poet himself already expressed this in the masculine: “γηθόσυνος δ’ οὔρῳ” (Od. ε 269). Thus, correspondingly, the feminine γηθοσύνη might come into being. We shall teach him that forms in -συνος, if they are derived adjectivally and are masculine, no longer, for the most part, produce a corresponding formation of the feminine gender. Accordingly, δικαιόσυνος Ζεύς does not have δικαιοσύνη as a feminine still used adjectivally of some god.