Discussion of accentuation and quantitative/phonetic changes in Homeric verbs, focusing on forms with -τω, -αζω, -ζω and related Aeolic variants and examples (e.g., κροτῶ, λιτέσθαι, ἀντόμενος).
κροτῶ, πατῶ, στρατῶ τὸ στρατοπεδεύομαι, κοτῶ τὸ ὀργίζομαι, βροντῶ. τὰ μέντοι βαρύτονα διὰ τοῦ 'τ' οὐ πολλὰ ὦπται καὶ μὴ ἐνεργητικῶς λεγόμενα, ἀλλὰ τὸ λίτω, ὅθεν τὸ λιτέσθαι, καὶ τὸ πέτω, ἀφ´ οὗ τὸ πέτομαι, καὶ ἔνια, ἃ ἤδη ὡς περισπώμενα ἐκλίθη, ὥσπερ τὸ κέντω, ἐξ οὗ τὸ «κένσαι ὁμοκλήσας» (Ψ 337) καὶ ἄντω, ὅθεν ἀντόμενος «ὡς ἄν τίς σε συναντόμενος» (Od. ρ 165) καὶ «ἄντεσθαι ἐν πολέμῳ» (Ο 698). τὸ δὲ «ἤντης´ οὐδὲ ἴδον» (Od. δ 201) καὶ «ἀντήσω γὰρ ἐγὼ τοῦδ´ ἀνέρος» (Il. Π 423) ὡς ἀπὸ περισπωμένου κέκλιται. τὸ δὲ ἀνύτω καὶ ἀρύτω τῷ 'τ' ἐπλεόνασεν ὡς ἐκ τοῦ ἀνύω καὶ ἀρύω. Τὰ εἰς 'ζω' βαρύνεται, εἰ δέ τι περισπᾶται, τοῦτο καὶ βαρύτονον ὤφθη. εἰ δὲ μόνως περιεσπάσθη, προϋπῆρξεν αὐτῷ ὄνομα, οὗ τὸ τέλος εἰς 'ω' τραπὲν ἰσοσύλλαβον ῥῆμα ἀπετέλεσε. * Τὰ εἰς 'αζω' βαρύνεται, βάζω, βιβάζω, λάζω τὸ λαμβάνω, στάζω, φράζω, σφάζω, χάζω, αἰάζω, στενάζω, ἀλαπάζω, εὐάζω, ἐκκλησιάζω, σκεπάζω, ἀνιάζω, σκιάζω, σκεδάζω, ἁρπάζω, ἐνθουσιάζω, βιάζω, αἰτιάζω, ἁλιάζω, ἀγοράζω, ὅπερ τινὲς ἐπὶ τοῦ ἐν ἀγορᾷ διατρίβειν «ὅδ´ ἀγοράζει κλεῖδ´ ἔχων» ἐκτείνουσι πρὸς ἀντιδιαστολὴν τοῦ ἑτέρου, λέγω δὲ τοῦ ὠνεῖσθαι. κράζω, ὅπερ παρὰ λόγον ἐκτέταται, τὰ γὰρ εἰς 'αζω' συστέλλει τὸ 'α' ὑπεσταλμένων τῶν Αἰολικῶν, τοῦ πτάζω
κροτῶ, πατῶ, στρατῶ (the στρατοπεδεύομαι), κοτῶ (the ὀργίζομαι), βροντῶ. The barytone forms in -τῶ, however, not many have been found, and not used in the active sense, but (there are) λίτω, whence λιτέσθαι, and πέτω, from which πέτομαι, and some others which already were inflected as circumflexed, as κέντω, from which «κένσαι ὁμοκλήσας» (Ψ 337), and ἄντω, whence ἀντόμενος, «ὡς ἄν τίς σε συναντόμενος» (Od. ρ 165), and «ἄντεσθαι ἐν πολέμῳ» (Ο 698). And «ἤντης´ οὐδὲ ἴδον» (Od. δ 201) and «ἀντήσω γὰρ ἐγὼ τοῦδ´ ἀνέρος» (Il. Π 423) are inflected as from a circumflexed form. And ἀνύτω and ἀρύτω have an added τ, as from ἀνύω and ἀρύω. Verbs in -ζω are barytone; but if any is circumflexed, it has also been found barytone. But if it has been circumflexed only, there existed for it beforehand a noun, whose ending, changed into -ω, produced an isosyllabic verb. * Verbs in -αζω are barytone: βάζω, βιβάζω, λάζω (for λαμβάνω), στάζω, φράζω, σφάζω, χάζω, αἰάζω, στενάζω, ἀλαπάζω, εὐάζω, ἐκκλησιάζω, σκεπάζω, ἀνιάζω, σκιάζω, σκεδάζω, ἁρπάζω, ἐνθουσιάζω, βιάζω, αἰτιάζω, ἁλιάζω, ἀγοράζω—which some, in the sense ‘to spend time in the agora’, lengthen in «ὅδ´ ἀγοράζει κλεῖδ´ ἔχων», by way of contrast with the other (sense), I mean ‘to buy’. κράζω, which contrary to rule is lengthened; for the verbs in -αζω contract the α, the Aeolic forms being set aside—(as in) πτάζω.