Prosodia Catholica (Herodian)

Passage 1.45
← Index
1.45
Lexical list and discussion of Greek nouns ending in -υξ/-υγξ: spelling variants (with or without γ), accentuation (oxytone vs proparoxytone), gender differences, compounds, and place/ethnic names.
τὴν λέξιν, Δίδυμος δέ φησιν τοὺς ἀσθενεῖς σπινθῆρας δηλοῦν τὴν λέξιν· ἔστι δὲ ἀπὸ τοῦ φεψάλυξ καὶ κατ´ ἀφαίρεσιν τῆς πρώτης συλλαβῆς. ἄντυξ, βλέκυξ ἡ φλυαρία, ὄρτυξ, ὄρυξ, κόκκυξ, Μόρτυξ βασιλεὺς Κερκυραίων, φάρυξ. γράφεται δὲ χωρὶς τοῦ 'γ' ἡ εὐθεῖα καὶ ἡ γενικὴ δι´ ἑνὸς 'γ' «φάρυγος δ´ ἐξέσσυτο οἶνος» (Od. ι 373). μαρτυρεῖ δὲ τῇ δι´ ἑνὸς 'γ' γραφῇ τῆς φάρυγος καὶ τὸ φαρύγεθρον· ἔστι καὶ αἱ Φαρύγαι τόπου ὄνομα. καὶ ἀρσενικῶς μὲν παρὰ Δωριεῦσι, θηλυκῶς δὲ παρὰ Ἀθηναίοις λέγεται. στόνυξ. ὄνυξ, ἴυγξ, λάρυγξ, στόρθυγξ· σημαίνει δὲ πᾶν εἰς ὀξὺ λῆγον. Ἰᾶπυξ· ἔστι δὲ ἔθνος, Ἰᾶζυξ ἔθνος Εὐρωπαῖον, σπινθάρυξ. ταρβάλυξ ὁ ταρακτικός, πομφόλυξ. ἀμάρυγξ ἐπὶ ἀκτῖνος καὶ λαμπηδόνος καὶ ὄφεως· ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ σύνθετα· Κολοῖφρυξ, ἐπῆλυξ, καταῖτυξ, τανυπτέρυξ, διῶνυξ, μονῶνυξ, μῶνυξ, ἀκρόνυξ, εἰνάνυξ, ἔννυξ. μεσόνυξ εἷς τῶν πλανήτων παρὰ τοῖς Πυθαγορείοις· μέμνηται Στησίχορος. διῶρυξ, τετρῶρυξ, πρόφυξ, πρόσφυξ, ἄζυξ, δίζυξ, σύζυξ, ὁμόζυξ. —Τὸ δὲ πτερύξ σεσημείωται ὑπὸ Ἀριστάρχου ὀξυνθὲν διὰ τὸ ἐννοίας περιεκτικῆς εἶναι· οὕτω γάρ, φησίν, ἀνέγνωμεν ἐν τῇ Β ῥαψῳδίᾳ (v. 316) «πτερύγος λάβεν ἀμφιαχυῖαν». οἱ δὲ ἄλλοι προπαροξύνουσιν τὸ πτέρυγος ὡς ὄρτυγος. Τὰ εἰς 'ηξ' μὴ ὄντα σύνθετα ἐπιθετικὰ βαρύνεται, μύρμηξ· ἔστι δὲ καὶ κύριον Μύρμηξ ἡ Ἐπιμηθέως γυνή, σκώληξ, νάρθηξ, κάχληξ, ἀλώπηξ. Ζάρηξ πόλις Λακωνικὴ πρὸς τῇ θαλάσσῃ καὶ ἥρως Ἀθηναῖος, ὡς Παυσανίας ἐν πρώτῳ (c. 38, 4) «ἔστι καὶ Ἱπποθόωντος ἡρῷον, ἀφ´ οὗ τὴν φυλὴν ὀνομάζουσι καὶ πλησίον Ζάρηκος». Ζαύηξ ἔθνος Λιβύης. Ἡρόδοτος δʹ (c. 193). «Ζαύηκος ἔθνος» Ἑκαταῖος ἐν περιηγήσει Ἀσίας. πήληξ καὶ Πήληξ δῆμος τῆς Λεοντίδος φυλῆς καὶ ὁ δημότης.
Didymus says that the word denotes weak sparks; and it is from φεψάλυξ, with the first syllable removed by aphairesis. ἄντυξ, βλέκυξ (“chatter”), ὄρτυξ, ὄρυξ, κόκκυξ, Μόρτυξ king of the Corcyraeans, φάρυξ. The nominative is written without the ‘γ’, and the genitive with a single ‘γ’: «φάρυγος δ´ ἐξέσσυτο οἶνος» (Od. ι 373). And the form φαρύγεθρον also bears witness to the spelling of φάρυγος with a single ‘γ’; and Φαρύγαι is also the name of a place. And it is said in the masculine among the Dorians, but in the feminine among the Athenians. στόνυξ. ὄνυξ, ἴυγξ, λάρυγξ, στόρθυγξ: it signifies anything ending in -υξ with an acute accent. Ἰᾶπυξ: it is a people; Ἰᾶζυξ, a European people; σπινθάρυξ. ταρβάλυξ (“the disturbing one”), πομφόλυξ. ἀμάρυγξ, of a ray, a gleam, and a snake; likewise also the compounds: Κολοῖφρυξ, ἐπῆλυξ, καταῖτυξ, τανυπτέρυξ, διῶνυξ, μονῶνυξ, μῶνυξ, ἀκρόνυξ, εἰνάνυξ, ἔννυξ. μεσόνυξ, one of the planets among the Pythagoreans; Stesichorus mentions it. διῶρυξ, τετρῶρυξ, πρόφυξ, πρόσφυξ, ἄζυξ, δίζυξ, σύζυξ, ὁμόζυξ. —But πτερύξ has been marked by Aristarchus as oxytone because it is inclusive in sense; for thus, he says, we read in the B rhapsody (v. 316) «πτερύγος λάβεν ἀμφιαχυῖαν». The others, however, accent πτέρυγος with a proparoxytone, like ὄρτυγος. Words in -ηξ that are not compound adjectives are barytone: μύρμηξ; and there is also a proper name Μύρμηξ, the wife of Epimetheus; σκώληξ, νάρθηξ, κάχληξ, ἀλώπηξ. Ζάρηξ, a Laconian city by the sea, and an Athenian hero, as Pausanias in the first book (c. 38, 4): «ἔστι καὶ Ἱπποθόωντος ἡρῷον, ἀφ´ οὗ τὴν φυλὴν ὀνομάζουσι καὶ πλησίον Ζάρηκος». Ζαύηξ, a people of Libya. Herodotus IV (c. 193). «Ζαύηκος ἔθνος», Hecataeus in his Circuit of Asia. πήληξ; and Πήληξ, a deme of the Leontis tribe, and the demesman.

Gadget

A small interactive toy based on this passage (experimental).

Overlaps (Stephanos, Meineke)

char LCS 25 (23.1%) word LCS 5 (31.2%)
Show overlap highlight
…ρῷον, ἀφ´ οὗ τὴν φυλὴν ὀνομάζουσι καὶ πλησίον Ζάρηκος». Ζαύηξ ἔθνος Λιβύης. Ἡρόδοτος δʹ (c. 193). «Ζαύηκος ἔθνος» Ἑκαταῖος ἐν περιηγήσει Ἀσίας. πήληξ καὶ Πήληξ δῆμος τῆς Λεοντίδος φυλῆς καὶ ὁ δημότης.
Μαραθών, δῆμος τῆς Λεοντίδος φυλῆς. καὶ Μαραθώνιος καὶ Μαραθωνία καὶ Μαραθώνιον. τοπικὸν Μαραθωνόθεν, καὶ κτητικὸν Μαραθωνιακός.