Prosodia Catholica (Herodian)

Passage 1.505
← Index
1.505
Discussion of extended or shortened final iota in demonstratives and adverbs, its effect on accent and vowel quantity (oxytone/perispomenon), examples of paronyms and disyllables, and dialectal variants (Doric ᾇχι) with references to poets and grammarians.
Τὰ διὰ τοῦ 'ι' ἐπεκτεταμένα δεικτικῶς ὀξύνεται, δευρί, νυνί, οὑτωσί, ὡδί, ἐνθαδί, ἐντευθενί. τὸ κοΐ μίμημά ἐστι φωνῆς ἀλόγου ζῴου. ἐχρήσατο δὲ καὶ Ἀριστοφάνης τῇ λέξει. καὶ τὰ παρωνύμως παρηγμένα ὀξύνεται, ἅπερ τινὲς διὰ τῆς 'ει' διφθόγγου, τινὲς δὲ διὰ τοῦ 'ι' γράφουσι μακροῦ, πάνδημος πανδημεί, ἄπνευστος ἀπνευστί, ἀναιμωτί, ἀκλαυτί, ἀνιδρωτί, ἀπηρωτί, ἀπαυστί, ἀγελαστί, αὐτονυχί, ἀκονιτί, πανθοινί, ἀκριτί, ἐρρεντί παρὰ Ἀλκαίῳ. ἀπὸ τοῦ ἔρρω ἢ ἐρρῶ περισπωμένου ἡ μετοχὴ ἐρρείς ἐρρέντος ἐρρεντί ὡς παρὰ τὸ ἐθέλοντος ἐθελοντί, ἀμισθί, ἀμογητί. τὸ δὲ 'ι' ἐσθ´ ὅτε καὶ συνεσταλμένον προφέρεται ἀδείᾳ ποιητικῇ »Νέστωρ δ´ ὁ γέρων ἀμογητί« (Λ 636) »ἀμισθὶ γάρ σε πάμπαν« (Archil.). Τὰ δὲ εἰς βραχὺ 'ι' καταλήγοντα δισύλλαβα ὄντα βαρύνεσθαι θέλει, ἔτι, αὖθι, νόσφι, ἶφι, ἄγχι, μέχρι, ἄχρι, κεῖθι, πόθι, ἄρτι, ἦρι, ὕψι—τινὲς δὲ τοῦτο ὀξύνουσι—ᾗχι τὸ γενόμενον ἐπεκτάσει τῆς 'χι' συλλαβῆς, οἱ Δωριεῖς ᾇχι λέγουσι διὰ τοῦ 'α' »ᾇχι Λίχα μέγα σᾶμα« ᾇχι ὁ κλεινὸς Ἀμφιτρυωνίδας Ἀρίσταρχος τὸ ᾗχι ἄνευ τοῦ 'ι' φησί καθάπερ καὶ τὸ ἧφι βίηφι, ἡ μέντοι
The demonstratives extended by means of ι are accented with an acute: δευρί, νυνί, οὑτωσί, ὡδί, ἐνθαδί, ἐντευθενί. The κοΐ is an imitation of the voice of a non-rational animal. Aristophanes too used the word. And the adverbial forms derived by paronymy are accented with an acute—forms which some write with the diphthong ει, but others with long ι: πάνδημος πανδημεί, ἄπνευστος ἀπνευστί, ἀναιμωτί, ἀκλαυτί, ἀνιδρωτί, ἀπηρωτί, ἀπαυστί, ἀγελαστί, αὐτονυχί, ἀκονιτί, πανθοινί, ἀκριτί, ἐρρεντί in Alcaeus. From ἔρρω or ἐρρῶ with circumflex the participle is ἐρρείς, genitive ἐρρέντος, dative ἐρρεντί, just as from ἐθέλοντος comes ἐθελοντί; likewise ἀμισθί, ἀμογητί. But the ι is sometimes also pronounced shortened by poetic license: “Νέστωρ δ´ ὁ γέρων ἀμογητί” (Λ 636), “ἀμισθὶ γάρ σε πάμπαν” (Archil.). But disyllables ending in short ι tend to be accented with a grave: ἔτι, αὖθι, νόσφι, ἶφι, ἄγχι, μέχρι, ἄχρι, κεῖθι, πόθι, ἄρτι, ἦρι, ὕψι—though some accent this with an acute—ᾗχι, which arose by lengthening of the syllable χι; the Dorians say ᾇχι with α: “ᾇχι Λίχα μέγα σᾶμα”; where the renowned Amphitryoniad Aristarchus says that ᾗχι is without ι, just as also ἧφι, βίηφι; however the…

Gadget

A small interactive toy based on this passage (experimental).
No gadget yet.

Overlaps (Stephanos, Meineke)

char LCS 25 (36.2%) word LCS 6 (46.2%)
Show overlap highlight
…νυνί, οὑτωσί, ὡδί, ἐνθαδί, ἐντευθενί. τὸ κοΐ μίμημά ἐστι φωνῆς ἀλόγου ζῴου. ἐχρήσατο δὲ καὶ Ἀριστοφάνης τῇ λέξει. καὶ τὰ παρωνύμως παρηγμένα ὀξύνεται, ἅπερ τινὲς διὰ τῆς 'ει' διφθόγγου, τινὲς δὲ διὰ τοῦ 'ι' γράφουσι μακροῦ, πάνδημος πανδημεί, ἄπνευστος ἀπνευστί, ἀναιμωτί, ἀκλαυτί, ἀνιδρωτί, ἀπηρωτί, ἀπαυστί, ἀγελαστί, αὐτονυχί, ἀκονιτί, πανθοινί, ἀκριτ…
Σύλειον, πόλις Φρυγίας, διὰ τῆς « ει » διφθόγγου. τινὲς δὲ Παμφυλίας. τὸ ἐθνικὸν Συλειεύς.