Discussion of accentuation and vowel quantity rules for feminine forms in -α and related endings (-αι, -εια, -νια), with examples (e.g., ἱερεῖα, σεληναία, γωνία) and notes on Attic variants and morphological conditioning.
τάλαινα, χαρίεντος χαρίεσσα. Ῥόδιος δὲ Ῥοδίου Ῥοδία καὶ Σάμιος Σαμίου Σαμία. διὸ Ἀττικοὶ ἱερέως λέγοντες ἱερεία ἐκτεταμένως λέγουσιν, ἀλλ´ οὐκέτι πανδόκεια, βασίλεια. σεσημείωται τὸ ἴα ἀπὸ τοῦ ἴος ἴου «οὐ γὰρ πάντων ἦεν ὁμὸς θρόος οὐδ´ ἴα γῆρυς» (Δ 437), ὅπερ λέγεται καὶ μία, καὶ «δῖα γυναικῶν» (Β 714) καὶ τὸ πέπειρα. * Πᾶν εἰς 'α' λῆγον θηλυκὸν προπαροξυνόμενον ἢ προπερισπώμενον συνεσταλμένον ἔχει τὸ 'α' Ἀντιόχεια, ταχεῖα, ὀξεῖα. Τὰ διὰ τοῦ 'αια' παρώνυμα παραγόμενα ἐκ θηλυκῶν εἰς 'α' ἢ εἰς 'η' ἐκτεταμένον ἔχει τὸ 'α', σελήνη σεληναία, ἅμαξα ἁμαξαία, οὐρά οὐραία, ἀρχαία, ἀναγκαία. ὅθεν ἐχρῆν καὶ τὸ γαῖα ἐκτείνεσθαι, χωρὶς εἰ μὴ ἡ ποσότης τῶν συλλαβῶν ποιεῖ συνεσταλμένον τὸ 'α'. τοιαῦτα γὰρ τὰ δισύλλαβα, γραῖα, μαῖα. * Τὰ εἰς 'α' λήγοντα καθαρὸν συνεσταλμένον, ὁπότε ἐστὶ ὑπὲρ δύο συλλαβάς, τὴν πρὸ τέλους ἔχει φύσει μακράν, Μήδεια, Θάλεια, Πηνελόπεια, εὔνοια, εὔχροια, ὑπεσταλμένων τῶν πρὸ τέλους ἐχόντων τὴν 'τρι' συλλαβήν, οἷον ποιήτρια, μεσήτρια, ὁδηγήτρια, ὀρχήστρια, αὐλήτρια, μαθήτρια. παράλογος οὖν ὁ πρὸ τέλους χρόνος τοῦ πότνια, ὄμπνια, Πολύμνια, Ἰάμνια, Λάμια. ὅσα γὰρ ἔχει πρὸ τοῦ τέλους τὸ 'ι' ὑπὲρ δύο συλλαβὰς ὄντα μὴ διὰ τοῦ 'τρια' οὐκ ἐν συστολῇ ἔχει τὸ 'α', ἀλλ´ ἐκτάσει, κακία, φιλία, κοπία, ἐσχατιά. τοῦ οὖν πότνια καὶ ὄμπνια καὶ τῶν τοιούτων ἢ ἡ πρὸ τέλους ἠλάττωται ἢ ἡ ἐπὶ τέλους. Τὰ ἀπὸ τῶν εἰς 'ης' ὀξυτόνων διὰ τοῦ 'εια' προπαροξύτονα συστέλλει τὸ 'α', παροξύτονα δὲ ἐκτείνει, εὐσέβεια καὶ εὐσεβία, ἀμέλεια καὶ ἀμελία, συνήθεια καὶ συνηθία. τὸ μέντοι ἀμαθία μόνον παροξύνεται καὶ διὰ βραχέος 'ι' γράφεται. * Τὰ διὰ τοῦ 'νια' θηλυκὰ τῷ 'ι' παραληγόμενα συστέλλουσιν αὐτὸ ἔχοντα μακρὸν τὸ 'α' οἷον γωνία, πενία, ξενία. σεσημείωται τὸ
Wretched, and χαρίεσσα from χαρίεντος. But Ῥόδιος makes Ῥοδίου Ῥοδία, and Σάμιος makes Σαμίου Σαμία. Therefore the Attic speakers, when they say ἱερέως, pronounce ἱερεία with the alpha lengthened; but no longer do they do so in πανδόκεια, βασίλεια. The form ἴα is noted as coming from ἴος, ἴου: “for not of all was there one and the same din, nor one voice” (Δ 437); and likewise μία, and “δῖα among women” (Β 714), and the form πέπειρα.
Every feminine ending in -α, accented on the antepenult or with a circumflex on the prepenult, has the -α shortened: Ἀντιόχεια, ταχεῖα, ὀξεῖα. Derivatives formed with -αια from feminines in -α or in -η have the -α lengthened: σελήνη, σεληναία; ἅμαξα, ἁμαξαία; οὐρά, οὐραία; ἀρχαία; ἀναγκαία. Hence γαῖα too ought to have its alpha lengthened, unless the quantity of the syllables makes the alpha shortened; for such are the disyllables, γραῖα, μαῖα.
Those ending in -α with a pure alpha, when they are more than two syllables, have the syllable before the end long by nature: Μήδεια, Θάλεια, Πηνελόπεια, εὔνοια, εὔχροια—except those which have before the end the syllable τρι, which are shortened, such as ποιήτρια, μεσήτρια, ὁδηγήτρια, ὀρχήστρια, αὐλήτρια, μαθήτρια. Therefore irregular is the quantity of the penult in πότνια, ὄμπνια, Πολύμνια, Ἰάμνια, Λάμια. For whatever has before the end an ι, being more than two syllables and not in -τρια, does not have the alpha in contraction but in extension: κακία, φιλία, κοπία, ἐσχατιά. Therefore in πότνια and ὄμπνια and suchlike either the penult has been reduced or the final syllable.
Those derived from oxytone forms in -ης, when they are proparoxytone in -εια, shorten the alpha, but when paroxytone they lengthen it: εὐσέβεια and εὐσεβία, ἀμέλεια and ἀμελία, συνήθεια and συνηθία. ἀμαθία, however, alone is paroxytone and is written with short ι.
Feminines in -νια with ι in the penult shorten it, while having the alpha long, as for example γωνία, πενία, ξενία. The form is noted…