Rules for accent, vowel length, contraction, and dialectal variation in feminine nouns ending in -α, -σα, -ρα, -κη, -υρα; many examples given.
ἀνία, ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ ἰῶ γίνεται, ὅπερ ἔχει μακρὸν τὸ 'ι'. τὸ δὲ κονία διφορεῖται. * Πᾶν εἰς 'α' λῆγον θηλυκὸν ὄνομα ἔχον πρὸ τοῦ 'α' ἕν τι τῶν διπλῶν ἢ τὸ 'σ' ἢ τὸ 'ν', μὴ κατὰ πάθος ἢ διάλεκτον, ἔχει τὸ 'α' συνεσταλμένον, χάλαζα, ἅμαξα, ἀμφίσβαινα, Λάκαινα, χαρίεσσα, μοῦσα. τὸ δὲ Ἀθηνᾶ καὶ μνᾶ καὶ Δανᾶ καὶ ὅσα τοιαῦτα, ἐστὶ κατὰ πάθος, τὸ δὲ Ἑλένα καὶ ὅσα τοιαῦτα, ἐστὶ κατὰ διάλεκτον. * Τὰ εἰς 'α' λήγοντα, ὁπότε ἔχει πρὸ τοῦ 'α' διπλοῦν, δίχρονον δὲ πρὸ τοῦ διπλοῦ, πάντως συνεσταλμένον αὐτὸ ἔχει, ὡς τὸ ῥίζα, σχίζα, σπίζα, δίψα, Δούριζα λίμνη, Βόρυζα πόλις Περσική, Ἀράβυζα τῆς Καυκωνίδος πόλις, ὄρυζα, φύζα, ἄζα, γάζα, χάλαζα. σημειῶδες ἄρα ἡ μᾶζα ἐκτείνουσα τὸ πρὸ τέλους 'α'. * Τὰ εἰς 'σα' λήγοντα θηλυκὰ εἴτε ἐπ´ ὀνομάτων εἴτε καὶ ἐπὶ μετοχῶν, εἰ ἔχοι τὴν πρὸ τέλους συλλαβὴν εἰς δίχρονον καταλήγουσαν, πάντως ἐκτεταμένον αὐτὸ ἔχει, πᾶσα, πτᾶσα, φῦσα, δῦσα, Τῖσα, Κρῖσα, κνῖσα· οὐκ ἀγνοῶ δὲ ὅτι Πίσαν εἶπεν κατὰ συστολὴν Πίνδαρος (Ol. I 28). εἰ μέντοι εἰς σύμφωνον λήγει ἡ πρὸ τέλους συλλαβή, τὸ δίχρονον συστέλλεται, θάλασσα, ἄνασσα, πίσσα, νύσσα, λύσσα. Τὰ διὰ τοῦ 'υρα' θηλυκὰ ἀμοιβὴν ποιοῦνται τοῦ χρόνου· ἢ γὰρ ἐκτείνουσι τὸ 'υ' καὶ συστέλλουσι τὸ 'α' καὶ προπαροξύνονται, ἄγκυρα, Κέρκυρα, ὄλυρα, γόργυρα. ἢ ἐκτείνοντα τὸ 'α' συστέλλει τὸ 'υ' καὶ παροξύνεται, Ἐφύρα, πορφύρα, Ζεφύρα. σεσημείωται τὸ κολλύρα τὰς δύο ἐκτεῖνον. τὸ δὲ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν δισυλλάβων. πυρά ἐκτείνει τὸ 'α', συστέλλει δὲ τὸ 'υ', τό τε λύρα καὶ θύρα βαρυνόμενα, τὸ δὲ σφῦρα ἐκτεῖνον τὸ 'υ' καὶ συστέλλον τὸ 'α'. * Τὰ εἰς 'ρα' λήγοντα δισύλλαβα μὴ ἐπὶ τέλους ἔχοντα τὸν τόνον, εἰ μὲν διφθόγγῳ παραλήγεται, συστέλλει τὸ 'α', πεῖρα, στεῖρα, σπεῖρα, σφαῖρα, πρῷρα, εἰ δὲ ἑνὶ φωνήεντι μακρῷ, ἐκτείνει αὐτὸ χώρα, ψώρα, χήρα, πήρα, ὤρα, ὥρα. Τὰ εἰς 'ρα' μετ´ ἐπιπλοκῆς συμφώνου ἐκτείνει τὸ 'α', Ἠλέκτρα, ποτίστρα, καλύπτρα, ἐνέδρα, κολυμβήθρα. σεσημείωται τὸ Τάναγρα καὶ σκολόπενδρα. * Τὰ εἰς 'κη' λήγοντα θηλυκὰ δισύλλαβα μονογενῆ βαρύτονα, ὅτε ἔχει πρὸ τέλους τὸ 'ι', ἤτοι συνεσταλμένον ἔχει αὐτὸ ἢ ἐκτεταμένον. καὶ τότε μὲν συνεσταλμένον ὁπότε σύμφωνον ὁρᾶται πρὸ τοῦ 'κ' καταλῆγον, τότε δὲ ἐκτεταμένον ὁπότε οὐχ οὕτως ἔχει. οἷον Κίρκη, Δίρκη, Τρίκκη. συνέσταλται δὲ τούτων τὸ 'ι', ἐπεὶ σύμφωνον ἦν
Ἀνία, since it is formed from ἰῶ, which has the ι long; but κονία is of doubtful quantity.
Every feminine noun ending in -α that has before the α one of the double consonants, or σ, or ν, not by affection or dialect, has the α shortened: χάλαζα, ἅμαξα, ἀμφίσβαινα, Λάκαινα, χαρίεσσα, μοῦσα. But Ἀθηνᾶ and μνᾶ and Δανᾶ and suchlike are by affection, whereas Ἑλένα and suchlike are by dialect.
Words ending in -α, whenever they have a double consonant before the α, and a syllable of common quantity before the double consonant, in every case have it shortened, as ῥίζα, σχίζα, σπίζα, δίψα, Δούριζα (a lake), Βόρυζα (a Persian city), Ἀράβυζα (a city of the Cauconis), ὄρυζα, φύζα, ἄζα, γάζα, χάλαζα. Therefore μᾶζα is exceptional in lengthening the α before the end.
Feminines ending in -σα, whether among nouns or also among participles, if they have the penultimate syllable ending in a vowel of common quantity, in every case have it lengthened: πᾶσα, πτᾶσα, φῦσα, δῦσα, Τῖσα, Κρῖσα, κνῖσα; I am not unaware, however, that Pindar said Πίσαν with shortening (Ol. I 28). But if the penultimate syllable ends in a consonant, the vowel of common quantity is shortened: θάλασσα, ἄνασσα, πίσσα, νύσσα, λύσσα.
Feminines in -υρα make an interchange of quantity: for either they lengthen υ and shorten α and are proparoxytone, ἄγκυρα, Κέρκυρα, ὄλυρα, γόργυρα; or, by lengthening α, they shorten υ and are paroxytone, Ἐφύρα, πορφύρα, Ζεφύρα. κολλύρα is marked as lengthening both. The same holds also for disyllables: πυρά lengthens α and shortens υ; and λύρα and θύρα, with grave accent, whereas σφῦρα lengthens υ and shortens α.
Disyllables ending in -ρα that do not have the accent on the last syllable: if the penult is a diphthong, they shorten α—πεῖρα, στεῖρα, σπεῖρα, σφαῖρα, πρῷρα; but if it is a single long vowel, they lengthen it—χώρα, ψώρα, χήρα, πήρα, ὤρα, ὥρα.
Words ending in -ρα with a consonant cluster lengthen α: Ἠλέκτρα, ποτίστρα, καλύπτρα, ἐνέδρα, κολυμβήθρα. Τάναγρα and σκολόπενδρα are marked as exceptions.
Feminine disyllables ending in -κη, of one gender, barytone, when they have ι before the end, have it either shortened or lengthened; and it is shortened when a consonant is seen before κ ending the syllable, but lengthened when it is not so. For example Κίρκη, Δίρκη, Τρίκκη. And in these the ι is shortened, since there was a consonant…