Σινωπίτης, Ἰοπίτης, Ἀκεσίτης, Παγασίτης, Ἀκμονίτης, Ἀβδηρίτης, Γαβαλίτης, Διολκίτης, Μεμφίτης, Ναυκρατίτης, εὐρείτης, βαθυρρείτης, ἀκαλαρείτης ὁ ἡσύχως ῥέων. ἀκαλὸν γὰρ παρὰ Σικελοῖς τὸ ἥσυχον. ἱερείτης, Σαμαρείτης, Ἀταρνείτης, Ἑλείτης, Ἁγνωνείτης, Μαρωνείτης, Καυκωνείτης, Δικαιαρχείτης, Ζελείτης, Ὠρείτης, ἀλείτης, ᾧ ἀντιπαράκειται τὸ ἀλοίτης. τὸ τραπεζίτης ἐπὶ μὲν τοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ διαπονουμένου διὰ τοῦ 'ι' γράφεται, παρὰ γὰρ τὸ τράπεζα· ἐπὶ δὲ κυνός, ἐπεὶ ἀπὸ τοῦ τραπεζεύς παρῆκται, διὰ τῆς 'ει' διφθόγγου γράφεται· τοῦτο δὲ παρ´ Ἰβύκῳ εὕρηται κατὰ τροπὴν τῆς 'ει' διφθόγγου εἰς 'η'. Καὶ ὅσα παρώνυμα τὸ 'υ' μακρὸν ἔχοντα βαρύνεται, πρεσβύτης, ἐλύτης, βασανύτης, ἁλκυονύτης, Ἀρχύτης, Πιδύτης, Αἰγύτης ἐθνικόν, ὡς Παυσανίας, Κωβρύτης, Μωλύτης, Αἰπύτης, Πατρασύτης· τὸ μέντοι κωλυτής, μηνυτής ῥηματικὰ καὶ οὐ παρώνυμα. Τὰ εἰς 'οιτης' ἰσοσύλλαβα βαρύνεται, Δαμοίτης, Μενοίτης, Θυμοίτης, Ἀγροίτης, Φιλοίτης, Λαοίτης, Ἀνεμοίτης, Ὀροίτης, Ἀνδροίτης, Σακοίτης, ἀλοίτης, Ζιποίτης βασιλεὺς Βιθυνίας· καὶ τὰ ἐθνικὰ Βουτοίτης ἐκ τοῦ Βουτοΐτης παρὰ τὴν Βουτὼ πόλιν Αἰγύπτου, Σαβοΐτης Σαβοίτης ὁ πολίτης τῆς Σαβοῦς, Κυβοίτης τῆς Κυβώ. * Τὰ εἰς 'ουτης' βαρύνεται, Μαντούτης κατὰ συγκοπὴν παρὰ τὸ Μάντουα ὡς Ζελείτης παρὰ τὸ Ζέλεια. τριακοντούτης. * Τὰ εἰς 'της' ἔχοντα τὴν παραλήγουσαν εἰς ἀμετάβολον λήγουσαν, ἀπρόσληπτα τοῦ 'ς' κατὰ τὴν γενικήν, βαρύνεται, εἰ μὴ εἴη μετοχικά, ὑφάντης, ἀγύρτης, εὐφράντης, ὀξύντης, ἐγέρτης, ὀρίντης, αὐθέντης. Λαέρτης· ἔστι καὶ Κιλικίας χωρίον· Στράβων ιδʹ Ἀλέξανδρος δὲ »καὶ ὄρος καὶ πόλις« φησί. Σιβύρτης· Βερεκύντης,
Sinopean, Iopean, Akesitean, Pagasitean, Akmonitean, Abderitean, Gabalitean, Diolkitean, Memphitean, Naucratitean; εὐρείτης, βαθυρρείτης, ἀκαλαρείτης, “the one flowing quietly.” For among the Sicilians ἀκαλὸν means “quiet.” ἱερείτης, Samareitean, Atarneitean, Eleitean, Hagnoneitean, Maroneitean, Cauconeitean, Dicaearcheitean, Zeleitean, Oreitean, ἀλείτης, to which is set in opposition ἀλοίτης.
τραπεζίτης, in the sense of the man who works in the marketplace, is written with ι, for it is from τράπεζα; but in the sense of a dog, since it is derived from τραπεζεύς, it is written with the ει diphthong; and this is found in Ibycus, with the ει diphthong changed into η.
And all derivative forms that have long υ are barytone: πρεσβύτης, ἐλύτης, βασανύτης, ἁλκυονύτης, Ἀρχύτης, Πιδύτης, Αἰγύτης (an ethnic), as Pausanias has it, Κωβρύτης, Μωλύτης, Αἰπύτης, Πατρασύτης; whereas κωλυτής and μηνυτής are verbal and not derivative.
The isosyllabic forms in -οιτης are barytone: Δαμοίτης, Μενοίτης, Θυμοίτης, Ἀγροίτης, Φιλοίτης, Λαοίτης, Ἀνεμοίτης, Ὀροίτης, Ἀνδροίτης, Σακοίτης, ἀλοίτης, Ζιποίτης, king of Bithynia; and likewise the ethnic forms Βουτοίτης, from Βουτοΐτης, from the city Βουτὼ of Egypt; Σαβοΐτης / Σαβοίτης, the citizen of Sabu; Κυβοίτης, of Cybō.
The forms in -ουτης are barytone: Μαντούτης, by syncope from Μάντουα, just as Ζελείτης is from Ζέλεια; τριακοντούτης.
The forms in -της that have the penult ending in an unchangeable consonant, and that do not take σ in the genitive, are barytone, unless they are participial: ὑφάντης, ἀγύρτης, εὐφράντης, ὀξύντης, ἐγέρτης, ὀρίντης, αὐθέντης. Λαέρτης: there is also a place in Cilicia; Strabo book 14; and Alexander says “both a mountain and a city.” Σιβύρτης; Βερεκύντης.