Greek morphological rules about accentuation and stress for adjectives ending in -ης/-η/-ους/-υς; examples and exceptions; proper names listed at start.
Τηλαύγης, Καλλισθένης, Δημοσθένης, Ἀντιγένης, Ἀριστομένης, Πυλαιμένης. οὐ μάχεται τὸ Εὐμενής· οὐ γὰρ πάντως τὰ μὲν κύρια ἀεὶ βαρύνεται, τὰ δὲ ἐπιθετικὰ ὀξύνεται, ἀλλ´ εἴ που βαρύνεται τὸ κύριον, τὸ ἐπιθετικὸν ὀξύνεται. Τὰ παρὰ τὰ εἰς 'η' λήγοντα θηλυκὰ συντιθέμενα καὶ εἰς 'ης' περατούμενα ἐπιθετικὰ τότε ὀξύνεσθαι θέλει, ὅταν ἔχῃ οὐδετέρου παρασχηματισμὸν καὶ τὴν γενικὴν εἰς 'ους' περατουμένην, εὐτυχοῦς εὐτυχές εὐτυχεῖς, εὐρυπυλοῦς εὐρυπυλές εὐρυπυλεῖς. οὕτως οὖν ἐχρῆν καὶ τὸ νεήκης παρὰ τὸ ἀκή συντιθέμενον. ὅμως μέντοι ἡ παράδοσις τὸ νεήκης καὶ ταναήκης βαρύνει κατὰ συνεκδρομὴν τοῦ εὐμήκης, μεγακήτης. Τὰ δὲ ἀπὸ τῶν εἰς 'η' θηλυκῶν εἰς 'ης' γινόμενα μὴ ἔχοντα οὐδέτερον καὶ εἰς 'ου' ἔχοντα τὴν γενικὴν βαρύνονται, ἀκειροκόμης, ἑλλανοδίκης, μισογύνης, κυανοχαίτης, κλυτοτέχνης. Τὰ εἰς 'ης' παρὰ τὸ ἔργον ὀξύνεται, λεπτουργής, Ναξιουργής, Ἀττικουργής, Κορινθουργής. Τὰ εἰς 'ης' ἀπὸ τῶν εἰς 'υς' ὀξυτόνων μὲν ὀξύνονται, βριθύς ἐμβριθής, βαρύς ἀβαρής, ἡδύς ἀηδής, ἠΰς ἐνηής· οὕτως οὖν ὤφειλε καὶ τὸ ποδώκης ὀξυτονεῖσθαι, γινόμενον ἀπὸ τοῦ ὠκύς· ἀλλά φασιν εἰς ἰδιότητα τοῦ Ἀχιλλέως βεβαρυτονῆσθαι τὸ ποδώκης. παρὰ γοῦν τῷ Ἡσιόδῳ ἀνεγνώκασι «ποδωκὴς δ´ Ἀταλάντη (catal. XXVI Marksch.). τί οὖν ἐπὶ τοῦ Δόλωνος κατὰ βαρεῖαν τάσιν ἀνεγνώκασι καὶ ἐπὶ τούτου; »ὃς δή τοι εἶδος μὲν ἔην κακός, ἀλλὰ ποδώκης« (Il. Κ 316). τὰ δὲ ἀπὸ βαρυτόνων βαρύνονται, πῆχυς τριπήχης, τετραπήχης. Τὰ εἰς 'ης' σύνθετα μὴ ἀπὸ μονοσυλλάβων τὴν πρωτοτύπων τάσιν φυλάττει, ἐρανιστής ἀρχιερανιστής, δανειστής μισοδανειστής, λῃστής ἀρχιλῃστής, κορυστής ἱπποκορυστής, Ἀπελλῆς Φιλαπελλῆς, σαφής ἀσαφής, ἀντεραστής, φιλαθλητής, φιλοψευδής. σεσημείωται ἀληθής φιλαλήθης—ἐπειδὴ τὰ διὰ τοῦ 'ηθης' σύνθετα παρώνυμα βαρύνεται οἷον ἦθος εὐήθης, συνήθης, κακοήθης, τούτοις συνεξηκολούθησε καὶ τὸ φιλαλήθης παναλήθης—καὶ δικαιοκρίτης, ὀνειροκρίτης, ἐπειδὴ παράλογός ἐστιν ἐν τῇ ἁπλότητι ἡ ὀξεῖα τάσις, ὤφειλε γὰρ βαρύνεσθαι τὸ κριτής· τὸ δὲ ὑποκριτής, προκριτής,
Telaugēs, Kallisthenēs, Dēmosthenēs, Antigenēs, Aristomenēs, Pylaimenēs. Eumenēs is not in conflict with this; for it is not in every case that proper names are always barytone and appellatives oxytone, but rather, whenever the proper name is barytone, the appellative is oxytone. Adjectives compounded from feminine nouns ending in -η and terminating in -ης then wish to be oxytone, whenever they have a neuter formation and a genitive ending in -ους: εὐτυχοῦς, εὐτυχές, εὐτυχεῖς; εὐρυπυλοῦς, εὐρυπυλές, εὐρυπυλεῖς. Thus, then, νεήκης too ought to have been so, being compounded from ἀκή. Nevertheless, tradition makes νεήκης and ταναήκης barytone, by assimilation to εὐμήκης, μεγακήτης. But those formed from feminine nouns in -η into -ης, not having a neuter and having the genitive in -ου, are barytone: ἀκειροκόμης, ἑλλανοδίκης, μισογύνης, κυανοχαίτης, κλυτοτέχνης. The -ης forms from ἔργον are oxytone: λεπτουργής, Ναξιουργής, Ἀττικουργής, Κορινθουργής. The -ης forms from oxytone adjectives in -υς are oxytone: βριθύς, ἐμβριθής; βαρύς, ἀβαρής; ἡδύς, ἀηδής; ἠΰς, ἐνηής. Thus, then, ποδώκης too ought to be oxytone, being formed from ὠκύς; but they say that, as a peculiarity of Achilles, ποδώκης is made barytone. At any rate in Hesiod they have read “ποδωκὴς δ’ Ἀταλάντη” (catal. XXVI Marksch.). Why then, in the case of Dolon, have they read it with a grave accent, and in this case too? “who indeed in form was ugly, but ποδώκης” (Il. Κ 316). But those derived from barytone words are barytone: πῆχυς, τριπήχης, τετραπήχης. Compound words in -ης, when not formed from monosyllables, preserve the accent of the simple forms: ἐρανιστής, ἀρχιερανιστής; δανειστής, μισοδανειστής; λῃστής, ἀρχιλῃστής; κορυστής, ἱπποκορυστής; Ἀπελλῆς, Φιλαπελλῆς; σαφής, ἀσαφής; ἀντεραστής; φιλαθλητής; φιλοψευδής. Marked as exceptional are ἀληθής, φιλαλήθης—since compounds in -ηθης that are paronymous are barytone, as ἦθος, εὐήθης, συνήθης, κακοήθης; and to these φιλαλήθης, παναλήθης have followed suit—and δικαιοκρίτης, ὀνειροκρίτης, since in the simple form the acute accent is anomalous; for κριτής ought to be barytone; but ὑποκριτής, προκριτής,