Discussion of prosody and accentuation for words ending in -λις and -λλ, stating when they take oxys (acute) or are heavy, with examples (place names, nouns) and some metrically relevant citations.
παρὰ τῷ κωμικῷ Ἀντιφάνει ἐν τῷ «τροφαλίδας τε λινοσάρκους. μανθάνεις; τυρὸν λέγω», ἵνα εἴη αἰνιγματωδῶς λέγων λινοσάρκους ἤγουν λεπτὰς καὶ ἁπαλὰς τροφαλίδας τὸν τοιοῦτον τυρόν. τροφαλίδα δὲ ῥητέον διὰ τοῦ 'ο', οὐ τρυφαλίδα διὰ τοῦ 'υ'. ἡ γὰρ λέξις εἴρηται παρὰ τὸ τρέφεσθαι, ὅ ἐστι πήγνυσθαι, ἐξ οὗ καὶ τρόφι κῦμα εἴρηται. χρῆσις δὲ τοῦ εἰρημένου τρέφεσθαι παρὰ τῷ ποιητῇ ἐν τῷ «μάλα δ´ ὦκα περιτρέφεται κυκόωντι» (Il. Ε 903). Τὰ εἰς 'λις' ὑπερδισύλλαβα παραληγόμενα 'η' βαρύνεται, κάπηλις, κύβηλις ὁ πέλυξ, ἔπηλις τὸ πῶμα τῆς λάρνακος, τρόπηλις ἡ δέσμη τῶν σκορόδων. Μέτηλις πόλις πλησίον Ἀλεξανδρείας, Φασάηλις πόλις τῆς Ἰουδαίας ὑπὸ Ἡρώδου κτισθεῖσα τοῦ πρώτου βασιλέως τῆς χώρας, τῷ ὀνόματι τοῦ ἀδελφοῦ, ὡς Ἰώσηπος ἐν αʹ τοῦ πρὸς Ῥωμαίους πολέμου (c. 16), Ὕψηλις κώμη Αἰγύπτου, Φάσηλις νῆσος Παμφυλίας. τὸ μέντοι ἀγγεῖον ὀξύνεται. Τὰ εἰς δύο 'λλ' ὑπὲρ δύο συλλαβὰς ὀξύνεται, εἰ μὴ ἐπιθετικὰ παρώνυμα εἴη γενόμενα ἀπὸ τῶν εἰς 'ης', κορυδαλλίς, ἀναβαλλίς ἡ σφαῖρα, συκαλλίς, μοιχαλλίς, θρυαλλίς. Ἀκακαλλίς ἡ Μίνω θυγατήρ, τὸ μέντοι κάβαλλις βαρύνεται. Τὰ εἰς 'λις' ὑπερδισύλλαβα, εἰ ἔχοι ἕν τι τῶν φύσει βραχέων ἢ τὸ 'ι' ἢ τὸ 'υ' βραχύ, ὀξύνεται, κυψελίς, βασιλίς, Αἰολίς, Ἐγχελίς, Κυβελίς· Πείσανδρος δεκάτῳ, Ἀργολίς, Ὀζολίς ἡ χώρα, Δασκυλίς, πηγυλίς «νὺξ γὰρ ἐπῆλθε κακὴ Βορέαο πεσόντος πηγυλίς» (Od. ξ 475), Θηγυλίς ἐπίθετον Ἀθηνᾶς, γογγυλίς. τὸ μέντοι Ἄζιλις τὸ 'ζι' μακρὸν ἔχει. ἔστι δὲ πόλις Λιβύης. τινὲς δὲ Ἄζιριν μετὰ τοῦ 'ρ' λέγουσι τὸν χῶρον. Χάραξ δὲ Ἄζιρον λέγει αὐτήν. ὁμοίως καὶ τὸ Ἄγρυλις προπαροξύνεται διὰ τὸ τοῦ 'υ' μῆκος. καὶ τὸ Σισίγυλις πόλις μεγάλη πλησίον Κελτικῆς. τὸ δὲ Παμφυλίς ἐθνικὸν καὶ Τριφυλίς ὀξύνεται ὡς Αἰολίς Αἰτωλίς καὶ τὰ ὅμοια. Τὰ εἰς 'λις' παρώνυμα τῷ 'ω' ἢ διφθόγγῳ παραληγόμενα ὀξύνεται, Πακτωλίς, Αἰτωλίς, Ἰουλίς πόλις ἐν Κέῳ τῇ νήσῳ ἀπὸ Ἰουλίδος κρήνης. τὸ Ἄδουλις πόλις Αἰθιόπων προπαροξύνεται καὶ τὸ ἀρτόπωλις.
In the comic poet Antiphanes, in the line «τροφαλίδας τε λινοσάρκους. μανθάνεις; τυρὸν λέγω», so that he may be speaking enigmatically of λινοσάρκους, that is, thin and tender τροφαλίδες—such a cheese. But one must say τροφαλίδα with ‘ο’, not τρυφαλίδα with ‘υ’. For the word is derived from τρέφεσθαι, which is ‘to curdle’, from which also the expression τρόφι κῦμα has been said. And there is a use of the said τρέφεσθαι in the Poet in «μάλα δ´ ὦκα περιτρέφεται κυκόωντι» (Il. Ε 903).
The words in -λις, more than disyllabic, with penult ‘η’, are barytone: κάπηλις, κύβηλις ‘the hatchet’, ἔπηλις ‘the lid of the chest’, τρόπηλις ‘the bundle of garlics’. Μήτηλις, a city near Alexandria; Φασάηλις, a city of Judaea founded by Herod, the first king of the country, from the name of his brother, as Josephus says in book 1 of the War against the Romans (c. 16); Ὕψηλις, a village of Egypt; Φάσηλις, an island of Pamphylia. The vessel, however, is oxytone.
Words with double -λλ- and more than two syllables are oxytone, unless they are adjectival derivatives formed from words in -ης: κορυδαλλίς, ἀναβαλλίς ‘the ball’, συκαλλίς, μοιχαλλίς, θρυαλλίς. Ἀκακαλλίς, the daughter of Minos; but κάβαλλις is barytone.
Words in -λις, more than disyllabic, if they have one of the naturally short vowels, either short ‘ι’ or short ‘υ’, are oxytone: κυψελίς, βασιλίς, Αἰολίς, Ἐγχελίς, Κυβελίς; in Peisander, book 10, Ἀργολίς; Ὀζολίς, the region; Δασκυλίς; πηγυλίς—«νὺξ γὰρ ἐπῆλθε κακὴ Βορέαο πεσόντος πηγυλίς» (Od. ξ 475); Θηγυλίς, an epithet of Athena; γογγυλίς. But Ἄζιλις has the ‘ζι’ long; it is a city of Libya. Some, however, call the region Ἄζιριν with ‘ρ’; but Charax calls it Ἄζιρον. Likewise Ἄγρυλις is proparoxytone because of the length of ‘υ’; and also Σισίγυλις, a great city near Celtica. But Παμφυλίς, the ethnic, and Τριφυλίς are oxytone, like Αἰολίς, Αἰτωλίς, and the like.
Derivative words in -λις with penult ‘ω’ or a diphthong are oxytone: Πακτωλίς, Αἰτωλίς, Ἰουλίς, a city in Ceos the island, from the spring of Ἰουλίς. But Ἄδουλις, a city of the Ethiopians, is proparoxytone, and so is ἀρτόπωλις.